Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Το χρίσμα του ΠΑΣΟΚ και το πρόβλημα της αυτοδιοίκησης

Όπου και να στεκόσουν στην Κατερίνη τις προηγούμενες μέρες, μια ερώτηση άκουγες: «Ανακοίνωσε τον υποψήφιο Δήμαρχο το ΠΑΣΟΚ στην Κατερίνη;». Η συχνότητα επανάληψης της ερώτησης ήταν τόσο μεγάλη, που φαίνεται ότι πολλοί θεωρούν την καθυστέρηση της ανακοίνωσης της υποψηφιότητας από το ΠΑΣΟΚ, ως την ασθένεια που πλήττει το κόμμα εν όψει εκλογών. Στην πραγματικότητα όμως, είναι απλώς ένα σύμπτωμα.
Το κόμμα που κομπάζει ότι πρώτο απ’ όλα άνοιξε την διαδικασία εκλογής αρχηγού στην κοινωνία, όχι μόνο στην κομματική του βάση αλλά στην κοινωνία ολόκληρη, σήμερα γυρνά την πλάτη στην κοινωνία σ’ ένα ζήτημα όπου η γνώμη της ίσως να μετρά περισσότερο. Στο ζήτημα της επιλογής υποψηφίου δημάρχου. Δημοσκοπήσεις επί δημοσκοπήσεων, αναλύσεις επί αναλύσεων και συσκέψεις επί συσκέψεων, με κοινό χαρακτηριστικό ότι αποφασίζονται, οργανώνονται, διεξάγονται και αξιολογούνται από ένα κέντρο εξουσίας μακριά από τον τόπο μας, με μόνη νομιμοποίηση την απόλυτη εξουσία του αρχηγού, πρωθυπουργού και σωτήρος ημών Γεωργίου Ανδρέα Παπανδρέου.
Η κοινωνία ερωτάται μόνο μέσα από αμφισβητούμενης εγκυρότητας τηλεφωνικές δημοσκοπήσεις. Πού είναι οι κάλπες που είχαν στηθεί μετά βαϊων και κλάδων το 2004 για την εκλογή παρωδία, ή έστω το 2007 για τις εκλογές που έφεραν το κόμμα ένα βήμα από τη διάσπαση; Αν για οποιονδήποτε λόγο το άνοιγμα στην κοινωνία κρίθηκε ακατάλληλο, γιατί αγνοήθηκε, έστω, η κομματική βάση του τοπικού ΠΑΣΟΚ; Όταν, μάλιστα, είχε ουσιαστικό και θεσμοθετημένο ρόλο κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Εκτός κι αν η εικόνα των εσωκομματικών εκλογών του 1998 με τις Ρωσίδες που σε σπαστά ελληνικά ρωτούσαν που να ψηφίσουν, με ορατά ακόμη και σήμερα, στο σώμα της πόλης, τα σημάδια της τραγικής επιλογής Τσακπουνίδη, θεωρήθηκε ότι μπορεί να επαναληφθεί.
Κι αν ούτε η κοινωνία, ούτε η κομματική βάση συμμετείχαν, η Νομαρχιακή Επιτροπή που ήταν; Ποια η ουσιαστική της παρέμβαση, πού χάθηκε η πυγμή της, ποιος τελικά ο ρόλος της; Ο νεαρός γραμματέας, η νέα πολιτική, το νέο ΠΑΣΟΚ όλα στον παλιό, γνωστό κάλαθο των αχρήστων. Εικόνες, λέξεις και πρόσωπα κενά περιεχομένου, άσφαιρα πυρά στη φαρέτρα ενός πολιτικού συστήματος που έχει εγκαταλείψει τον πολιτικό του ρόλο, και πασχίζει να κρατηθεί στην εξουσία μέσω φτηνών επικοινωνιακών τεχνασμάτων.
Το πρόβλημα δεν αφορά μονάχα την επιλογή υποψηφίου δημάρχου, είναι κατά πολύ βαθύτερο. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν υπάρχει μια ιδεολογική πλατφόρμα, μια πολιτική ατζέντα, όπως θέλετε πείτε το, που να αφορά τις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η διοικητική μεταρρύθμιση είναι σίγουρα ένα στοίχημα, για την κυβέρνηση και τη χώρα, αλλά δεν μπορεί να μονοπωλήσει τη συζήτηση για τις εκλογές. Στην πραγματικότητα αφορά ένα μάλλον μικρό κομμάτι της. Διότι η διοικητική μεταρρύθμιση είναι αφενός ένα όχημα για την άσκηση της πολιτικής, όχι ένα καθεαυτό πολιτικό διακύβευμα. Αφετέρου, διότι αποτελεί τετελεσμένο.
Πού είναι λοιπόν η κεντρική πολιτική πρόταση του ΠΑΣΟΚ για την τοπική αυτοδιοίκηση; Δυο κουβέντες, έστω, ως περιτύλιγμα σ’ αυτήν την δήθεν περισπούδαστη κι εξολοκλήρου αποτυχημένη διαδικασία επιλογής υποψηφίων. Κάτι που να λέει για πράσινη, μπλε ή κόκκινη ανάπτυξη, για αυξομειώσεις δημοτικών τελών, για κοινωνική πρόνοια, για εκπαίδευση, περιβάλλον, μεταφορές; Οτιδήποτε; Άκρα του τάφου σιωπή.
Ακόμη χειρότερα, όλα τα προηγούμενα αφορούν λίγο πολύ όλα τα κόμματα. Αλλάξτε τα ονόματα και το κείμενο θα μπορούσε και πάλι να έχει νόημα, ανάλογα με την οπτική γωνία και το χρώμα των γυαλιών του καθενός. Επέλεξα να γράψω για το κυβερνόν κόμμα διότι από θέση ισχύος, θα μπορούσε να καθορίσει πιο εύκολα από τα υπόλοιπα το πολιτικό παιχνίδι.
Αντί λοιπόν για μια ουσιαστική πολίτική και ιδεολογική αντιπαράθεση, είμαστε και πάλι μάρτυρες στη μετατροπή των αυτοδιοικητικών εκλογών σε δημοψήφισμα για την κυβερνητική πολιτική. Η κυβέρνηση τις χαρακτήρισε δι’ επισήμων χειλέων δημοψήφισμα υπέρ ή κατά του Καλλικράτη, σύσσωμη- σχεδόν- η αντιπολίτευση δημοψήφισμα υπέρ ή κατά του Μνημονίου και της κυβερνητικής πολιτικής. Η πραγματικότητα που θέλει τις εκλογές αυτές κορυφαία στιγμή για τις τοπικές κοινωνίες, αφού θα καθορίσουν το ποιος και το πώς θα χειριστεί τις κοινές υποθέσεις για τα επόμενα χρόνια, είναι κάτι που αποσιωπάται από τους κήνσορες της κεντρικής πολιτικής. Ο λόγος είναι προφανής. Αν δεν το έκαναν, θα ήταν υποχρεωμένοι να καταθέσουν τις προτάσεις και το ιδεολογικό πλαίσιο που αναφέραμε.
Έτσι βλέπουμε όλο και περισσότερες ανεξάρτητες και «ανεξάρτητες» υποψηφιότητες να εκδηλώνονται σε όλη τη χώρα. Πολλοί, ακόμα και κατά τεκμήριο σοβαροί άνθρωποι, λένε ότι αυτό είναι μια κάποια λύση. Ότι τα κόμματα καλά θα κάνουν να μην πολύασχολούνται με την τοπική αυτοδιοίκηση. Άλλοι το προχωρούν ακόμη περισσότερο μιλώντας για πλήρη απόκομματικοποίηση των αυτόδιοικητικών εκλογών.
Η δική μου άποψη είναι διαφορετική. Πιστεύω ότι το πρόβλημα δεν είναι η εμπλοκή των κομμάτων στις εκλογές της αυτοδιοίκησης, άλλα ότι η εμπλοκή τους αυτή είναι συχνά μια εμπλοκή «τραβεστί», που συχνά καταλήγει σε μια κακοπαιγμένη και καταστροφική φάρσα. Αν τα κόμματα θέλουν να ασχοληθούν με την αυτοδιοίκηση, ας κοπιάσουν. Αλλά να το κάνουν σωστά. Να καταθέσουν ένα ολοκληρωμένο πολιτικό πλαίσιο, να επιλέξουν μέσα από συγκροτημένες και κατά το δυνατό διάφανες διαδικασίες τους υποψηφίους τους, μετά τις εκλογές να τους ελέγχουν, να χρεώνονται ενδεχόμενη αποτυχία και να πιστώνονται την επιτυχία. Όχι όμως έτσι. Με επιλογές που γίνονται «ως έλαχε», χωρίς ιδεολογικό προσανατολισμό, με κύριο στόχο την εντυπωσιοθηρία και την καταγραφή εκλογικών συσχετισμών χωρίς αντίκρισμα.
Έτσι φτάνουμε στις εκλογές, με το βασικό πρόβλημα των τοπικών κοινωνιών, και ίσως της χώρας ολόκληρης, να βρίσκεται εκτός κάδρου. Το πρόβλημα δεν είναι άλλο από την ουσιαστική ανυπαρξία τοπικής αυτοδιοίκησης. Γιατί χωρίς ουσιαστικούς πόρους, με ελάχιστες και κυρίως διεκπεραιωτικές- γραφειοκρατικές αρμοδιότητες, χωρίς δυνατότητα θέσμισης, με μικρά έως ανύπαρκτα περιθώρια ανάληψης πρωτοβουλιών, δε μπορεί να υπάρξει ουσιαστική αυτοδιοίκηση. Και αυτό, δυστυχώς, δεν είναι ευθύνη των τοπικών υποψηφίων. Δική τους ευθύνη είναι να το πολεμήσουν όπως και όσο μπορούν. Εύχομαι οι απαντήσεις τους να είναι το βασικό κριτήριο επιλογής των πολιτών.