Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Μια διαφορετική προσέγγιση στη "δίκη της πετούνιας"

Λίγες ώρες μας χωρίζουν από την, πασίγνωστη στην Κατερίνη, δίκη της πετούνιας. Πολλά γράφτηκαν, κι άλλα τόσα ειπώθηκαν για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Υποσχέθηκα ότι θα παρουσιάσω και τη δική μου άποψη. Δε νομίζω να είναι απαραίτητη άλλη μια αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν στην αυριανή δίκη. Άλλωστε, αν κάποιος δεν γνωρίζει περί τίνος πρόκειται, μπορεί να ενημερωθεί με μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο. Επιτρέψτε μου, όμως να ξεκινήσω με μια σύντομη ιστορική αναδρομή, σε κάτι που μοιάζει εκ πρώτης άσχετο.
Στην Ελλάδα ισχύει ακόμη και σήμερα ο νόμος 1178/81, όπως τροποποιήθηκε το 1995. Είναι δε ευρύτερα γνωστός ως νόμος Βενιζέλου ή τυποκτόνος νόμος, κι όχι άδικα. Τον χαρακτηρισμό αυτόν τον κέρδισε καθώς μέσω αυτού εισήχθη η έννοια της αστικής ευθύνης του δημοσιογράφου. Με απλά λόγια, έδωσε τη δυνατότητα σε όποιον θίγεται ή θεωρεί ότι θίγεται από κάποιο δημοσίευμα, να προσφύγει, κάνοντας αγωγή, στα αστικά δικαστήρια ζητώντας υπέρογκες πολλές φορές αποζημιώσεις. Η πρακτική αυτή έχει επανειλημμένα στηλιτευτεί από τα μέσα ενημέρωσης, ως προσπάθεια φίμωσης του τύπου. Δικαίως, βέβαια, καθώς ενδεχόμενη καταδίκη του δημοσιογράφου ή του μέσου ενημέρωσης, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε οικονομική εξόντωση του δημοσιογράφου ή και σε κλείσιμο του μέσου. Με το νόμο αυτό έχουμε την εμφάνιση του όρου «βιομηχανία αγωγών», τον οποίο οι περισσότεροι έχουμε ακούσει ή διαβάσει. Είναι, δε, πολλές οι περιπτώσεις που δημοσιογράφοι καλούν από τα μέσα τους τον όποιο ενάγοντα να αποσύρει την αγωγή, καθώς αν επιθυμεί την ηθική του δικαίωση, υπάρχει και ο δρόμος της μήνυσης για συκοφαντική δυσφήμιση, που αν μη τι άλλο, δεν συνεπάγεται την έμπρακτη φίμωση του τύπου.
Θεώρησα αναγκαία την αναφορά για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή διαρκώς επανέρχεται στον τοπικό τύπο η έκφραση «βιομηχανία μηνύσεων» η οποία παραπέμπει ευθέως, εντέχνως και ψευδώς στη «βιομηχανία αγωγών». Και δεύτερον, διότι η εξάσκηση ενός θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος, αυτού της προάσπισης της τιμής και της αξιοπρέπειας εξισώνεται από τους εγκαλούμενους με φίμωση του τύπου. Όμως στην περίπτωσή μας δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια αγωγή, αλλά με μήνυση. Δηλαδή με μία λύση που ακόμη και αριστεροί δημοσιογράφοι, όπως ο Στάθης Σταυρόπουλος της Ελευθεροτυπίας, θεωρούν ως τη λιγότερο κακή.
Σίγουρα πολλοί ξαφνιαστήκαμε με την κίνηση του Δημάρχου και των Αντιδημάρχων να προσφύγουν στη δικαιοσύνη. Ακόμη μεγαλύτερο ήταν το ξάφνιασμα για την κίνηση του Αντιδημάρχου Ζήνωνα Σατραζέμη να οδηγήσει στη δικαιοσύνη και τις εφημερίδες. Έκτοτε έχουμε ακούσει πολλά κι έχουμε διαβάσει περισσότερα για τη θέση των εφημερίδων και της εθελοντικής ομάδας επί του ζητήματος. Ο πυρήνας της θέσης τους είναι ότι το δικαίωμα στην κριτική είναι αναφαίρετο, η ελευθερία του τύπου απεριόριστη και ότι η δημοτική αρχή πρέπει να μάθει να δέχεται την κριτική. Είναι όμως έτσι;
Χωρίς αμφιβολία, το Σύνταγμα κατοχυρώνει το απεριόριστο του δικαιώματος της γνώμης και της έκφρασης και απαγορεύει οποιαδήποτε μορφή προληπτικού ελέγχου και λογοκρισίας. Το «ζουμί», κατά το κοινώς λεγόμενο, είναι στη λέξη «προληπτικού». Ακόμη, το Σύνταγμα κατοχυρώνει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτό της τιμής και της αξιοπρέπειας. Αν τα βάλουμε μαζί, συμπεραίνουμε ότι ναι μεν έχει ο καθένας δικαίωμα να λέει και να γράφει ό,τι θέλει, αλλά αν κάποιου η τιμή και η αξιοπρέπεια θίγονται από τα λεγόμενα ή τα γραφόμενα, ο δεύτερος έχει το δικαίωμα να προσφύγει στη δικαιοσύνη για να τα προστατέψει. Αυτό, λοιπόν, που το Σύνταγμα κατοχυρώνει ως δικαίωμα για κάθε πολίτη, ο τοπικός τύπος το θεωρεί φίμωση. Πρόκειται, νομίζω, για κραυγαλέα εφαρμογή του δόγματος «τα δικά μου, δικά μου, και τα δικά σου, δικά μου». Δηλαδή, τα συνταγματικά δικαιώματα των δημοσιογράφων ισχύουν, ενώ των υπολοίπων, έστω και πολιτικών, μπορούν να περιορίζονται κατά βούληση. Ο φασισμός του σκεπτικού είναι τόσο ανατριχιαστικά ευδιάκριτος που τον καταλαβαίνουν και μαθητές της τρίτης δημοτικού.
Υπάρχει, πιστεύω, και ένα δεύτερο σημείο που χρήζει ανάλυσης. Εμφανίζει η σημερινή διοίκηση του Δήμου δυσανεξία στην κριτική, έστω την άδικη και σκληρή; Και αν όχι, ήταν η κριτική αυτή που οδηγεί την υπόθεση στο ακροατήριο ή κάτι άλλο; Έχω τη συνήθεια, πείτε το αν θέλετε χόμπι ή βίτσιο, να διαβάζω καθημερινά τον τοπικό τύπο, όπως και τα περισσότερα πιερικά blog. Η εντύπωση που σχημάτισα και που κάθε μέρα γινόταν πιο καθαρή, ήταν ότι τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης ασκούσαν ένα είδος συστηματικής αντιπολίτευσης στη διοίκηση Χιονίδη, από την αρχή της θητείας της. Μέχρι την υπόθεση με τις πετούνιες δεν είδα, όμως, καμία μήνυση. Η κριτική, συνεχής και ανελέητη, αφορούσε τα πάντα. Από το κυκλοφοριακό μέχρι τα έργα. Ακόμη κι όταν τα υλοποιούμενα έργα έπρεπε να έχουν γίνει εδώ και χρόνια από προηγούμενους δημάρχους, πάντοτε υπήρχε κάποια αφορμή για κριτική. Αυτή είναι η δουλειά του τύπου, θα μου πείτε, μεγάλο το δίκιο σας, θα σας απαντήσω. Όμως, η δημοτική αρχή φάνηκε να μην αντιδρά ακόμη και όταν τα πράγματα ξέφευγαν και η κριτική έδινε τη θέση της στις ύβρεις. Για να μην κουράσω, θα αναφέρω μονάχα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Με αφορμή το ότι ο κάθε φορέας έστειλε ξεχωριστό δελτίο τύπου για το ΤΕΡΑΣΤΙΑΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ έργο τις άρδευσης και αγροτικής οδοποιίας στο Δήμο Κατερίνης, προϋπολογισμού 20.700.000€, τοπική δημοσιογράφος χαρακτήρισε τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, τον βουλευτή Πιερίας κο. Κωνσταντόπουλο και τον Δήμαρχο Κατερίνης «ρόμπες ξεκούμπωτες». Φυσικά και ο καθένας έχει το δικαίωμα να κρίνει, και η προσωπική μου κρίση είναι ότι το συγκεκριμένο σχόλιο ήταν άδικο, απρόκλητο και άκρως υβριστικό, αλλά είπαμε, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Το θέμα είναι ότι ούτε σε εκείνη ούτε σε άλλες περιπτώσεις σκληρής ή ακόμη και υβριστικής «κριτικής» δεν υπήρξαν μηνύσεις ούτε, απ’ όσο ξέρω άλλου είδους αντιδράσεις.
Τι άλλαξε λοιπόν στην υπόθεση «πετούνια» και έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει; Επακριβώς μπορούν να γνωρίζουν μόνο οι άμεσα εμπλεκόμενοι, παρ’ όλα αυτά τα γεγονότα μπορούν να οδηγήσουν σε μια ασφαλή υπόθεση. Η επιστολή για τις πετούνιες ήταν η πρώτη φορά που η οποιαδήποτε κριτική ή «κριτική», βάλτε ή βγάλτε τα εισαγωγικά κατά την κρίση σας, απεκδυόταν τον έστω και προσχηματικό χαρακτήρα της πολιτικής διαφωνίας και εντασσόταν ευθέως στην κατηγορία της προσωπικής επίθεσης. Γιατί ακόμη και με τα πλέον φιλελεύθερα κριτήρια, το να περιγράφεις το δήμαρχο και τους αντιδημάρχους ως μπεκρήδες τεμπελχανάδες, είναι αδύνατο να θεωρηθεί πολιτική κριτική, εκτός κι αν είσαι φασίστας. Όταν μάλιστα η περιγραφή αυτή δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα, τότε πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφήμισης. Η μεταχείριση που οι εφημερίδες επιφύλαξαν στο εν λόγω κείμενο δεν έχει καμιά σχέση με την μεταχείριση που επιφυλάσσεται στις συνήθεις επιστολές αναγνωστών. Ολοσέλιδη καταχώριση, φωτογραφίες, μεγαλογράμματοι τίτλοι και υπότιτλοι, αναλυτικός σχολιασμός, καμία σχέση δεν έχουν με τις επιστολές αναγνωστών. Αρκεί κανείς να ανοίξει μια οποιαδήποτε εφημερίδα για να το καταλάβει. Και δεν χρειάζεται να ψάξει μακριά. Οι ίδιες οι εγκαλούμενες εφημερίδες έχουν ακόμη και σήμερα επιστολές αναγνωστών και είναι φανερή η διαφορά στη μεταχείριση αυτών και σε εκείνο το κείμενο. Δεν ξέρω αν οι εκδότες είχαν κάποιο βαθύτερο κίνητρο. Ξέρω όμως ότι οι προσβολές και τα ψεύδη ήταν ορατά διά γυμνού οφθαλμού τυφλού. Πόσο μάλλον για τα δικά τους έμπειρα και υποψιασμένα μάτια.
Το γαϊτανάκι των προσβολών, των υπονοούμενων, των απειλών που έστησαν τα μέσα ενημέρωσης και οι καλοθελητές της εθελοντικής ομάδας παρατράβηξε. Για τις επόμενες ώρες θα παραμείνει μετέωρο και σιωπηλό αναμένοντας την έκβαση της αυριανής δίκης. Ήδη είχαμε και πολύ υψηλά «πονταρίσματα». Η εθελοντική ομάδα δράσης και ο Βουλευτής Πιερίας κος Αμοιρίδης, έπαιξαν τα ρέστα τους ποντάροντας στην απουσία του Σατραζέμη στη Γερμανία. Οι πρώτοι τον κατηγόρησαν ότι φεύγει αντί να μείνει και να υπερασπιστεί τη χαμένη του αξιοπρέπεια (αυτήν ακριβώς που οι ίδιοι προσέβαλαν), ενώ ο δεύτερος τον κατηγόρησε ότι βρήκε άλλοθι με τα λεφτά των δημοτών (αντί να το βρει στη βουλευτική ασυλία). Άμα τους κάνει καμιά πλάκα ο Σατραζέμης και εμφανιστεί, ποιος θα είναι αυτός που θα ζητήσει αναβολή; Και μετά που θα πάνε να κρυφτούν; Μάλλον πουθενά. Γιατί για να γίνεις καλός ψεύτης θα πρέπει να δείχνεις περήφανος και να είσαι αμετανόητος.

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

Επιστολή αναγνώστη για την "δίκη της πετούνιας"

Προσωπικοί λόγοι μου στέρησαν για λίγο τη δυνατότητα να γράψω. Στο μεταξύ, η επικαιρότητα έτρεξε με γοργούς ρυθμούς, οπότε υπάρχουν πολλά πράγματα που θέλω να σχολιάσω. Θα προσπαθήσω να τα βάλω σε μια σειρά για να τα καλύψω στο σύνολό τους. Για αρχή, δημοσιεύω μια επιστολή αναγνώστη, που υπογράφει ως Τηλέμαχος Α., για το «φλέγον» θέμα της «δίκης της πετούνιας» όπως έχει περάσει στην ειδησεογραφία των ημερών. Ακολουθεί με πλάγιους χαρακτήρες η επιστολή αυτούσια. Επιφυλάσσομαι να δημοσιεύσω και την προσωπική μου άποψη το δυνατόν συντομότερο, γιατί τα χρονικά περιθώρια στενεύουν.

Με έκπληξη αρχικά, προβληματισμό ακολούθως και τελικά με αγανάκτηση, παρακολουθώ από το καλοκαίρι τον «ανένδοτο αγώνα» που έχουν κηρύξει εφημερίδες, κόμματα, φορείς και ευαισθητοποιημένοι πολίτες κατά της δημοτικής αρχής και υπέρ της ελευθεροτυπίας. Αφορμή, η έγκληση που κατέθεσαν ο Δήμαρχος και οι Αντιδήμαρχοι Κατερίνης κατά πολίτη- αρθρογράφου, ο οποίος με άρθρο του στηλίτευε ορισμένα- κατά τη γνώμη του- κακώς κείμενα. Στο μάτι του κυκλώνα βρέθηκε ο αναπληρωτής δημάρχου Ζήνων Σατραζέμης, που είχε το «θράσος» να εγκαλέσει εκτός του αρθρογράφου και τις εφημερίδες που δημοσίευσαν το κείμενο.
Όντας πολίτης εκ γενετής, οικολόγος από κούνια, δημοκράτης εκ πεποιθήσεως και καχύποπτος κατ’ επιλογήν, αποφάσισα να μορφώσω ίδια άποψη επί του θέματος. Νομίζω ότι έχω διαβάσει όλα όσα έχουν γραφεί μέχρι τη στιγμή που πληκτρολογούνται αυτές οι αράδες, τόσο στον τύπο όσο και στο διαδίκτυο. (Αν κάτι έχει ειπωθεί από τηλεοράσεως δεν το γνωρίζω, καθώς την αποφεύγω συστηματικά).
Διαπίστωσα, λοιπόν, ότι ενώ χιλιάδες λέξεις σπαταλήθηκαν προς υπεράσπιση της ελευθεροτυπίας και της ελευθερίας της έκφρασης, ανάδειξης φιλοσοφικών ζητημάτων, ανάλυσης της προσωπικότητας του εγκαλούντος και απαξίωσης της δημοτικής αρχής, κανείς μα ΚΑΝΕΙΣ δεν ανέλυσε το κείμενο της εγκλήσεως κατ’ αντιπαραβολή με το άρθρο που την προκάλεσε.
Ενώ αφετηρία και πυρήνας του άρθρου είναι ένα ζήτημα ανθοκομίας, κανένα σημείο της έγκλησης δεν αναφέρεται σε αυτό. Φυσικά, αναρωτήθηκα το γιατί. Ξαναδιαβάζοντας το περιβόητο άρθρο για τις πετούνιες, σημείωσα ότι ο αρθρογράφος μέσα στο ιερό του μένος και τον συγγραφικό του οίστρο, απευθύνει συλλήβδην και αδιακρίτως προς τον Δήμαρχο και τους Αντιδημάρχους τους ακόλουθους χαρακτηρισμούς (αυτολεξεί ή περιφραστικά, και εντός παρενθέσεως το αντίστοιχο χωρίο):
Ανόητοι (2 φορές χαρακτηρίζεται «άκρον άωτον της ανοησίας» η ενέργεια «της δημοτικής αρχής» να φυτέψει πετούνιες, και μία φορά αναφέρεται η έκφραση «πλήρωνε την ανοησία (τους)»)
Αγράμματοι («Το γνωρίζει ακόμη και ο ποιο απρόσεκτος μαθητής της 3ης τάξης Δημοτικού σχολείου, ότι οι δεντροφυτεύσεις δεν γίνονται το Καλοκαίρι με θερμοκρασίες 40 βαθμούς υπό σκιάν. Μήπως τελικά όλες αυτές τις δραστηριότητες τις προγραμματίζουν άνθρωποι άσχετοι, αδιάφοροι και με γνώσεις ούτε καν 3ης τάξης Δημοτικού;» Προφανώς όποιος δεν έχει γνώσεις μαθητή της 3ης Δημοτικού είναι αγράμματος).
Άσχετοι (στο προηγούμενο χωρίο)
Αδιάφοροι (στο προηγούμενο χωρίο επίσης)
Αναξιοπρεπείς («Χρειάζονται αξιοπρεπείς Δημάρχους και Αντιδημάρχους με σηκωμένα τα μανίκια, πρόθυμους για δουλειά και όχι για δελτία τύπου και φωτογραφίσεις δίπλα σε κάθε δεύτερο φρεσκοφυτευμένο πανσέ με το τσιγάρο στο ένα χέρι και στο άλλο το ουίσκι.» Από τη στιγμή που οι υπάρχοντες Δήμαρχος και Αντιδήμαρχοι δεν είναι αξιοπρεπείς, είναι αναπόφευκτα αναξιοπρεπείς.)
Ακαμάτηδες (στο προηγούμενο χωρίο. Όταν κάποιος δεν έχει σηκωμένα μανίκια και όρεξη για δουλειά, λογικά θεωρείται ακαμάτης.)
Αχαΐρευτοι (στο προηγούμενο χωρίο. Αν η βασική σου απασχόληση, όπως υπονοείται, είναι να γυρνάς με ένα τσιγάρο και ένα ουίσκι ανά χείρας, για μένα είσαι επιεικώς αχαΐρευτος)
Αλκοολικοί (στο προηγούμενο χωρίο. Τι άλλο μπορεί να είναι εκείνος που κυκλοφορεί διαρκώς μέρα μεσημέρι και μάλιστα σε ώρα εργασίας με ένα ουίσκι στο χέρι;)
Απατεώνες («Κι εσύ κορόιδο δημότη του πνιγμένου στα χρέη Δήμου Κατερίνης, εν μέσω οικονομικής κρίσης και εξαγγελιών για νέα μέτρα, πλήρωνε την ανοησία, την ανεπάρκεια και τα δελτία τύπου τους!». Ο δημότης είναι κορόιδο γιατί τον εξαπατά η Δημοτική Αρχή. Η οποία επομένως αποτελείται από απατεώνες.)
Ανεπαρκείς (στο προηγούμενο χωρίο.)
Σταματώ στο γράμμα άλφα για να μη γίνω κουραστικός.
Τελικά είναι αυτοί οι χαρακτηρισμοί πολιτικοί; Γιατί αυτό που επιμελώς κρύβεται από τους εγκαλούμενους είναι ότι η ελευθερία της έκφρασης και η ελευθεροτυπία αναφέρονται στη δυνατότητα του καθενός να εκφράζει απρόσκοπτα την άποψή του επί παντός του επιστητού, είναι όμως άρρηκτα δεμένες με την ανάληψη της ευθύνης του υπογράφοντος περί τα γραφόμενα. Μπορεί λοιπόν ο καθένας να βρίζει, να συκοφαντεί και να σπιλώνει συμπολίτες του, αλλά δεν μπορεί να έχει την απαίτηση να το κάνει ατιμωρητί. Στο σύνολό τους οι προαναφερθέντες χαρακτηρισμοί είναι ξεκάθαρα προσωπικοί, αδιαμφισβήτητα υβριστικοί, ξεδιάντροπα συκοφαντικοί και ουδόλως και επουδενί πολιτικοί.
Σε απλά ελληνικά, αυτό σημαίνει ότι ο Δήμαρχος και οι Αντιδήμαρχοι δεν είχαν απλώς το δικαίωμα να μηνύσουν τον λιβελογράφο, αλλά την υποχρέωση να το κάνουν. Γιατί πώς θα μπορούσαν να κοιτάξουν την οικογένεια και τους φίλους τους στα μάτια αν παρέμεναν αδρανείς στα όσα κατάπτυστα τους καταμαρτυρούνται; Το θλιβερό επιχείρημα ότι μπορούσαν να απαντήσουν διά του τύπου εκφράζοντας την άποψή τους, καταρρέει μόλις ξαναδιαβάσει κανείς τους χαρακτηρισμούς. Πώς να αποδείξουν ότι δεν είναι αγράμματοι οι επιστήμονες; Πώς να επιχειρηματολογήσουν για την εντιμότητά τους εκείνοι που ποτέ δεν έχει πέσει πάνω τους η σκιά της απάτης; Πώς να αντικρούσουν τις κατηγορίες για ασχετοσύνη, αδιαφορία και τεμπελιά όσοι για χρόνια υπηρετούν τα κοινά; Και το σπουδαιότερο, τι μπορεί να πει για να υπερασπιστεί την αξιοπρέπειά του, εκείνος που πρόχειρα και αβασάνιστα κατηγορείται ως αναξιοπρεπής;
Ωραία, θα πει κάποιος. Με τον αρθρογράφο ξεμπερδέψαμε. Κι ο Σατραζέμης; Πώς δικαιολογείται ένας πολιτικός με την εμπειρία του, ο οποίος δηλώνει και είναι αριστερός, να μηνύει τα μέσα ενημέρωσης επειδή έκαναν απλώς τη δουλειά τους, δημοσιεύοντας την επιστολή ενός αναγνώστη; Αυτό ήταν το σημείο που με προβλημάτισε περισσότερο. Κι όμως, η απάντηση ήταν πιο εύκολη απ’ ότι αρχικά νόμιζα. Πρώτον, αν οι εφημερίδες ήθελαν να δημοσιεύσουν «απλώς» μια επιστολή, δε θα της επιφύλασσαν θέση και επεξεργασία άρθρου. Δεύτερον, η αγωνία και η βιασύνη να συμπληρώσουν την ύλη τους δε δικαιολογεί την άκριτη δημοσίευση κάθε κειμένου που παραλαμβάνουν. Πολλώ δε μάλλον όταν το δημοσιεύουν ως άρθρο, οπότε και θα πρέπει να διασταυρώνουν την αλήθεια, την ακρίβεια και την αρτιότητα όσων γράφονται. Και τέλος, ο κύριος Σατραζέμης, ο Ζήνων, ο δάσκαλός μας, είναι πρόσωπο γνωστό. Γνωστή και η δράση του. Μέχρι σήμερα ποτέ και κανείς δεν μπόρεσε να ρίξει σκιά στο βίο του, δημόσιο και ιδιωτικό. Εκδότες και δημοσιογράφοι τον γνωρίζουν καλά, αφού ασχολείται με τα κοινά εδώ και τρεις δεκαετίες. Είναι, λοιπόν, αδιανόητο το να δημοσιεύουν ένα κείμενο που προδήλως τον αφορά, χωρίς να προβληματιστούν για την αλήθεια των όσων γράφονται. Για να μην επεκταθώ, να σημειώσω ότι είναι αδύνατον να έχουν λάβει δελτίο τύπου με φωτογραφία που να τον εικονίζει με τσιγάρο στο χέρι, από τη στιγμή που άπαντες γνωρίζουν ότι δεν καπνίζει. Ακόμη, δεν μπορώ να τον φανταστώ να φωτογραφίζεται δίπλα σε δημοτικά έργα κρατώντας ποτό, αφού κάτι τέτοιο θα το θεωρούσε πρώτα ο ίδιος προσβολή για την αξιοπρέπειά του. Όφειλαν, επομένως, να διαχωρίσουν τη θέση τους ή να αρνηθούν τη δημοσίευση του λιβελογραφήματος.
Όσο για τη διέξοδο από τη διένεξη, αυτή είναι προφανής. Νομικά, η έγκληση δίνει στον εγκαλούμενο τη δυνατότητα να ανασκευάσει χωρίς να χρειαστεί να φτάσει η υπόθεση στο ακροατήριο. Γιατί αποσιωπάται αυτή η πτυχή της υπόθεσης παραμένει μυστήριο. Τα ενδεχόμενα είναι δύο. Είτε οι εκδότες αναγνωρίζουν ότι τα όσα καταμαρτυρούνται στον κύριο Σατραζέμη είναι ψευδή και συκοφαντικά, οπότε οφείλουν να επανορθώσουν. Είτε τα αποδέχονται και τα συνυπογράφουν, οπότε δικαίως θα αντιμετωπίσουν τις κατηγορίες στο ακροατήριο.
Τα πυροτεχνήματα περί φίμωσης του τύπου και βιομηχανίας μηνύσεων, εκπορεύονται είτε από σεσημασμένους εντυποσιοθήρες, είτε από βιαστικούς ρομαντικούς που δεν είδαν την ουσία της υπόθεσης. Η ρήση του Βολταίρου «διαφωνώ με αυτό που λες αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να λες ελεύθερα όσα πρεσβεύεις», αφορά τη γόνιμη πάλη των ιδεών που είναι η μήτρα της Δημοκρατίας, και όχι τη συκοφαντία, την προπαγάνδα και το ασύστολο ψεύδος που ανέκαθεν αποτελούσαν εργαλείο του φασισμού.
Τηλέμαχος Α.
Υ.Γ. Κράτα γερά δάσκαλε. Έχεις το νόμο, το δίκιο και τον κόσμο με το μέρος σου.

Επιδοτήσεις από το ΕΣΠΑ

Ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της προκύρηξης για την ενίσχυση επιστημόνων-ελεύθερων επαγγελματιών. Τα αποτελέσματα, καθώς και συναφείς πληροφορίες, μπορούν να βρουν οι ενδιαφερόμενοι στο σύνδεσμο http://www.espa.gr/el/Pages/NewsFS.aspx?item=187 .

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Είθε το αναστάσιμο φως να βρει το δρόμο του προς τις καρδιές μας, να τις ανάψει και να τις κάνει μικρά κεριά, που θα διώξουν το εντός και γύρω μας σκότος. Χρόνια πολλά σε όλους, με υγεία, αγάπη, ευημερία και ειρήνη.